Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

Εχθρός του καλύτερου είναι το καλό!

Την έκφραση «Ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο», σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς την έχουμε ακούσει ή χρησιμοποιήσει πολλές φορές. Μια από αυτές τις φορές όμως που την άκουσα και εγώ, είχε σαν αποτέλεσμα να μου δημιουργηθούν οι παρακάτω σκέψεις:
Αφού το «καλύτερο» είναι ο εχθρός του «καλού» μήπως γίνονται υποσυνείδητα παρανοήσεις; Μήπως υποσυνείδητα σκεφτόμαστε ότι πρέπει να προφυλάξουμε το «καλό» από το «καλύτερο»; Μήπως αν αντιστρέφαμε τους ρόλους θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα; Στο κάτω κάτω σε όλη τη διάρκεια του σχολείου και μετέπειτα στο πανεπιστήμιο και στην εργασία μας αυτό που συχνά ακούγαμε ήταν ότι «καλά τα πήγες, καλό είναι, αλλά μπορούσες και καλύτερα».

Το να « περιορίζουμε» τη δυναμική μας στο «καλό», στο να κάνουμε δηλαδή απλά τη δουλειά μας, δεν είναι κάτι που θα μας δώσει την ευκαιρία να ξεχωρίσουμε, γιατί είναι το αναμενόμενο. Στη σημερινή εποχή όμως κάτι τέτοιο, εκτός από αναμενόμενο, είναι πλέον και βαρετό, δεν είναι άξιο ούτε καν αναφοράς.
Και σε έναν κόσμο που η μετάδοση της πληροφορίας είναι το ζητούμενο όλων, κάτι τέτοιο αντιστοιχεί σε βέβαιη αποτυχία.
Πάμε να δούμε λοιπόν 3 λόγους για τους οποίους το “καλύτερο» πρέπει να γίνει ο εχθρός του «καλού»:

Το «αρκετά» δεν είναι ποσότητα , είναι εκτίμηση. Και οι εκτιμήσεις πολλές φορές είναι λανθασμένες

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί όπως αναφέρει και το ρητό «είναι καλύτερα να στοχεύεις ψηλά και να μην τα καταφέρεις να βρεις ακριβώς το στόχο, παρά να στοχεύεις χαμηλά και να τον πετυχαίνεις». Στοχεύοντας στο να κάνουμε καλά της δουλειά μας, περιοριζόμαστε πολλές φορές στο να κάνουμε απλά τα απαραίτητα, τόσα ώστε να γίνει η δουλειά μας και να μην εκτεθούμε. Στο σύγχρονο όμως διαρκώς μεταβαλλόμενο και άκρως ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον, το να λειτουργούμε με αυτή τη νοοτροπία του «τόσο όσο» μπορεί να χαρακτηριστεί το λιγότερο αφελές και επικίνδυνο.

Ο δεύτερος λόγος αφορά στις παρανοήσεις που δημιουργεί η έννοια του «αρκετά». Ακούμε πολλές φορές κάποιον να λέει: «Έχω κάνει τόσα πράγματα, φτάνει, είναι αρκετά» ή «Βγάζω τόσα ευρώ το μήνα, είναι αρκετά». Σίγουρα το να κάνει ή να βγάζει κάποιος «αρκετά» μπορεί να του εξασφαλίζει ότι θα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στον εργοδότη του ή να καλύπτει τα έξοδα του, είναι όμως αυτά «αρκετά»; Η μεγάλη παρανόηση της έκφρασης «αρκετά», είναι το γεγονός ότι το «αρκετά» δεν είναι ποσότητα, είναι εκτίμηση. Και οι εκτιμήσεις πολλές φορές είναι λανθασμένες. Αν κάποιος αποδίδει στο 30-50% των δυνατοτήτων του, είναι αρκετό; Αν κάποιος έχει τις δυνατότητες από μια μικρή τοπική επιχείρηση να μετασχηματιστεί σε μια που δραστηριοποιείται σε εθνικό ή και διεθνές επίπεδο, θα το επιτύχει κυνηγώντας το «καλό» ή το «καλύτερο»;

Ο τρίτος και τελευταίος λόγος είναι ότι η καλύτερη μορφή ηγεσίας είναι αυτή του παραδείγματος. Πως μπορούμε να έχουμε την απαίτηση από τους υφισταμένους μας ή τους υπαλλήλους μας να επιδιώκουνε και να μην συμβιβάζονται με τίποτα λιγότερο από το «καλύτερο» όταν εμείς δεν το εφαρμόζουμε;

Αναζητώντας λοιπόν τη διαρκή επικράτηση του «καλύτερου» έναντι του «καλού» θωρακίζουμε τον εαυτό μας και τον οργανισμό μας έναντι των προκλήσεων, τον καθοδηγούμε έτσι ώστε να εκμεταλλεύεται το μέγιστο των δυνατοτήτων του και δημιουργούμε θετικά πρότυπα που παρακινούν τους άλλους να τα ακολουθήσουν.

Ας κλείσουμε λοιπόν με την ερώτηση: Κάνεις κάτι «καλό»; Πόσο γρήγορα μπορείς να το σταματήσεις και να αρχίσεις να κάνεις το «καλύτερο»;

πηγή